Αυτό δεν είναι ένα blog που ψάχνει την επισκεψιμότητα. Είναι ένα προσωπικό σημειωματάριο, ένας τρόπος να ξεφορτώνομαι τους θυμούς μου και να μοιράζομαι τις χαρές μου. Είναι καλύτερο από το να μουρμουρίζω ή να γελάω μόνος μου.
Εδώ όλο και κάποιος ακούει…


Μην ξεχνάτε...

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2008

Τι θυμάμαι από το Βατοπαίδι

Εξαιρετικά επιβλητικό μοναστήρι από άποψη μεγέθους, και αρχιτεκτονικής, θαυμαστό για την χιλιόχρονη ιστορία του και τα ιστορικά και θρησκευτικά κειμήλια που βρίσκονται σ’ αυτό. Χειρόγραφα, χρυσόβουλα και σφραγίδες αυτοκρατόρων, αυτοκρατορικά και πατριαρχικά ενδύματα, τεράστια βιβλιοθήκη καθώς επίσης και τέσσερις κολώνες σκαλισμένου γρανίτη που στηρίζουν τον τρούλο του καθολικού και που αφαιρέθηκαν από το ανάκτορο της Πόλης και μεταφέρθηκαν εκεί σε ένδειξη τιμής και σεβασμού. Υπάρχει ακόμα εκεί η «Αγία ζώνη» που λένε ότι ανήκε στην Παναγία και που πρίν χρόνια ο (μάνατζερ) ηγούμενος Εφραίμ την περιέφερε ανά την Ελλάδα τοποθετώντας δίπλα της ένα τεράστιο πανέρι που γέμιζε με τα λεφτά των πιστών. Κι επειδή μερικοί «πιστοί» είναι σημαντικοί για να περιμένουν στην ουρά, την πήγε και στα γραφεία μεγάλων επιχειρήσεων (π.χ. Μότορ Όϊλ).
Τέλος πάντων.
Είχα πάει με φίλους πριν χρόνια. Ήταν Σάββατο και στη Θεσσαλονίκη γινόταν το κλασσικό ντέρμπυ εκείνων των χρόνων στο μπάσκετ ΠΑΟΚ – ΑΡΗΣ. Πήγαμε στο φυλάκιο του Λιμεναρχείου που βρισκόταν έξω από τη Μονή και ακούγαμε ραδιοφωνική μετάδοση από την ΕΤ3. Η ομάδα πήγαινε καλά και στο ημίχρονο προηγούμασταν με 12 πόντους, διαφορά που συντηρήθηκε μέχρι 10΄ πριν τη λήξη. Τότε χτύπησε η καμπάνα του μοναστηριού κι έπρεπε να πάμε μέσα γιατί η πύλη θα έκλεινε. Με μισή καρδιά αφήσαμε το Λιμεναρχείο, μπήκαμε στο μοναστήρι και η βαρειά καστρόπορτα έκλεισε πίσω μας σα να μας χώριζε από τα «κοσμικά». Πήγαμε στην εκκλησία, βρήκα ένα στασίδι μέσα στο μισοσκόταδο, αλλά το μυαλό μου ήταν στην ομάδα και στον αγώνα που πρέπει να πλησίαζε στο τέλος. Όταν τα μάτια συνήθισαν, διέκρινα απέναντί μου την εικόνα της Παναγίας. Με κοίταζε μ’ εκείνο το πράο ύφος, το γαλήνιο βλέμμα σα να μου ‘λεγε «τι κάθεσαι και σκέφτεσαι τώρα, δεν έχεις άλλες έγνοιες;» Είχε δίκιο, αλλά εγώ, ένας τάχα προσκυνητής, δεν μπορούσα να απαλλαγώ από την ανησυχία για το «ασήμαντο» (στην πραγματικότητα) αποτέλεσμα ενός «ανούσιου» (στην πραγματικότητα) αγώνα. Σκέφτηκα να ζητήσω τη βοήθειά της, αλλά το θεώρησα προσβολή και χαμήλωσα το κεφάλι. Δεν πέρασε ένα λεπτό κι ένας άλλος «προσκυνητής» μπήκε στην εκκλησία και ήρθε δίπλα μου. Ήξερε από πριν το ενδιαφέρον μου, έσκυψε στο αυτί μου και ψιθύρισε «άκουγα ραδιόφωνο, χάσατε στο τελευταίο δευτερόλεπτο με τρίποντο του Αγγελίδη…» Δεν τόλμησα να ξανακοιτάξω την εικόνα απέναντί μου, βγήκα από το καθολικό κι άναψα κρυφά ένα τσιγάρο…
Έτσι το θυμήθηκα τώρα με την κουβέντα που γίνεται..

Δεν υπάρχουν σχόλια: