Αυτό δεν είναι ένα blog που ψάχνει την επισκεψιμότητα. Είναι ένα προσωπικό σημειωματάριο, ένας τρόπος να ξεφορτώνομαι τους θυμούς μου και να μοιράζομαι τις χαρές μου. Είναι καλύτερο από το να μουρμουρίζω ή να γελάω μόνος μου.
Εδώ όλο και κάποιος ακούει…


Μην ξεχνάτε...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μικρές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μικρές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2008

Αποφεύγοντας τον Χάρο (μικρή ιστοριούλα)


Ο Χασάν απολάμβανε τον καφέ του. Στο μεγάλο αίθριο του σπιτιού του με το νερό του μικρού σιντριβανιού να παίζει τη μουσική του σε μια συγχορδία με τα πουλιά του κήπου, απλωμένος αναπαυτικά στο σωρό των μαξιλαριών αισθανόταν ότι ο Αλλάχ εκτός από μεγάλος ήταν και δίκαιος. Του επέτρεπε να απολαμβάνει μια ευχάριστη ζωή, μιας και ο ίδιος ήταν εντάξει απέναντί του. Είχε κάνει την περιουσία του χωρίς να κλέψει, ούτε να αδικήσει ή να εκμεταλλευτεί κανέναν. Ακόμα και οι υπηρέτες του είχαν καλύτερη ζωή και καλύτερες αμοιβές από τους ομοίους τους ακόμα και πλουσιότερων αφεντάδων.
Ο Αχμέτ που μπήκε αλαφιασμένος στην αυλή διέκοψε την μακαριότητά του, και το βλέμμα του υπηρέτη του τον έκανε να ανασηκωθεί. «Τι συμβαίνει Αχμέτ;» Ο υπηρέτης μάζεψε την ανάσα του και ήταν καταιγιστικός. «Αφέντη, σώσε με, δώσε μου ένα άλογο να πάω στο διπλανό χωριό στον αδελφό μου, γλίτωσέ με από τον Χάρο, τον είδα στο παζάρι και με κοίταξε περίεργα, πολύ περίεργα και αυστηρά σου λέω, ανατριχιάζω και που το θυμάμαι, κάνε μου τη χάρη ο Αλλάχ να σ’ έχει καλά…»
«Ησύχασε Αχμέτ, πάρε όποιο άλογο θέλεις και σύρε στο καλό, εγώ θα πάω στο παζάρι να τον βρω, μην ανησυχείς κάποιο λάθος θα ‘γινε, εξ άλλου είσαι πολύ νέος ακόμα, πήγαινε και θα σε ειδοποιήσω…»
Έτσι κι έγινε. Ο Αχμέτ έφυγε σαν σίφουνας και ο Χασάν πήγε στο παζάρι. Δεν ήταν δύσκολο να εντοπίσει τον Χάρο, ξεχώριζε από το παράστημά του, την μαύρη κελεμπία και την αναστάτωση που προκαλούσε στο διάβα του. Ο Χασάν τον πλησίασε με την αυτοπεποίθηση του δίκαιου που δεν είχε να φοβηθεί τίποτα και κανέναν.
-Δε μου λες, του είπε σχεδόν αυστηρά, γιατί τρόμαξες τον υπηρέτη μου;
-Δεν έχεις δίκιο Χασάν και μη μου μιλάς έτσι, δεν τον τρόμαξα, απάντησε με την βαθειά φωνή του ο Χάρος.
-Πώς δεν τον τρόμαξες, συνέχισε στον ίδιο τόνο ο Χασάν, μου είπε πως τον κοίταζες περίεργα και αυστηρά.
-Δεν τον κοίταζα ούτε περίεργα ούτε αυστηρά… απορημένα τον κοίταζα γιατί εδώ, είπε δείχνοντας ένα μαύρο βιβλίο, είναι γραμμένο ότι θα τον πάρω σήμερα το απομεσήμερο από το σπίτι του αδελφού του στο διπλανό χωριό.

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2008

Όταν την πρωτοείδε... (ιστοριούλα)


Είχε διαβάσει, ακούσει και δεί στο σινεμά διάφορα για κεραυνοβόλους έρωτες, έρωτες με την πρώτη ματιά και άλλες τέτοιες ρομαντικές συγγραφικές επινοήσεις. Όταν την πρωτοείδε, εκεί στις αρχές του 69, δεν συνέβη τίποτα απ’ αυτά. Έμεινε ακίνητος, κράτησε και την αναπνοή του ακόμα στη θέα μιας κοπέλας με την οποία ήταν ερωτευμένος από πάντα.
Εκείνη η φιγούρα που περπατούσε στο απέναντι πεζοδρόμιο, μπλε φούστα, μπλε πουκάμισο με κόκκινα ανθάκια και κόκκινη πλεχτή κοντή ζακετούλα, σήμανε το τέλος μιας αναμονής χρόνων, η γυναίκα με την οποία ήταν ερωτευμένος υπήρχε στ’ αλήθεια!
Η τύχη το ‘φερε να την ξανασυναντήσει πολύ σύντομα σ’ ένα πάρτυ κοινών φίλων. Εκείνο το βράδυ χόρεψαν μαζί της όλοι εκτός από εκείνον. Δεν το αποφάσιζε από φόβο μήπως από την ταραχή του γινόταν αστείος, ύστερα δεν ταίριαζαν – αυτός ήταν ψηλός σχεδόν δυό μέτρα, εκείνη 1,65, - αλλά στην πραγματικότητα εκείνο που τον σταματούσε ήταν ο φόβος της απόρριψης. Όσο δεν της έδειχνε τα αισθήματά του, δεν κινδύνευε να δεχθεί την άρνησή της, κι όσο κρατούσε αυτό μπορούσε να ελπίζει. Είχε σχεδόν αποδεχθεί ότι θα βίωνε έναν ανεκπλήρωτο έρωτα και παρηγοριόταν στην ιδέα ότι και αυτό θα ήταν μιά εξ ίσου έντονη συναισθηματικά κατάσταση.


Αυτά θυμήθηκε ξαφνικά χθες και μου τα είπε, μετά από 39 χρόνια που είναι ακόμα μαζί.
Γιάννης Αγιάννης

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2008

Κινέζικο μετάξι (ιστοριούλα)


Η ιστορία είχε ξεκινήσει παλιά, σαν μια ανεξήγητη επιθυμία για ένα μεταξωτό παντελόνι. Ούτε κι ο ίδιος καταλάβαινε από πού πήγαζε αυτή η επιθυμία, μάλλον κάτι θα είχε συμβεί στα πολύ μικρά του και βγήκε κάποια στιγμή στην επιφάνεια. Όσο πλησίαζε μάλιστα ο χορός της αποφοίτησης, η επιθυμία του, αγριεμένη πιά, αναστάτωνε και τον ύπνο του.
Σαν από μηχανής θεός, ένας ράφτης δημοσίευσε στην τοπική εφημερίδα ότι είχε φέρει και διέθετε στην εκλεκτή του πελατεία, εξαιρετικά κινέζικα μεταξωτά υφάσματα.
Το κίτρινο που ανταύγαζε σαν λιωμένο χρυσάφι, το φανταζόταν πάνω του αστραφτερό να τραβάει όλα τα βλέμματα, πολύ περισσότερο αν συνδυαζόταν μ’ ένα ίδιο πουκάμισο και πορφυρό-μπορντό σακάκι, και η εικόνα που σχημάτισε τον έκανε σχεδόν να βουρκώσει.
Βούρκωσε (χωρίς «σχεδόν») όταν πρωτοκοιτάχτηκε στον καθρέφτη φορώντας τα ρούχα που θα σηματοδοτούσαν την βραδιά που θα ξεκινούσε να κατακτήσει τον κόσμο.
Μπήκε στην μεγάλη σάλα με τον αέρα του σίγουρου θριαμβευτή και οι ψίθυροι που τον ακολουθούσαν καθώς περιφερόταν ανάμεσα στο πλήθος, τον έκαναν να αισθανθεί δικαιωμένος. Αλλοίμονο όμως, σύντομα πιάνοντας μερικές σκόρπιες λέξεις και διακρίνοντας αρκετά ειρωνικά βλέμματα, άρχισε ν' αναρωτιέται, ώσπου κατάλαβε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι όλο και περισσότεροι όλο και πιο φανερά χλεύαζαν – τι άλλο - την εμφάνισή του, τα ρούχα του, τα μετάξια του… Συμμαζεύοντας την διαλυμένη αυτοπεποίθησή του, σύρθηκε σχεδόν στην μεγάλη βεράντα και βάλθηκε να μετρήσει τα άστρα, κι όσο μπερδευόταν και ξανάρχιζε, έβαλε τα κλάματα και πηδώντας στον κήπο χάθηκε στο σκοτάδι.
Χρόνια μετά, επιτυχημένος και αναγνωρισμένος συγγραφέας πιά, έγραψε:
«Ενώ εγώ σχεδίαζα να κατακτήσω τον κόσμο, κάποιος στα βάθη της Κίνας ύφαινε την δυστυχία μου».