Αυτό δεν είναι ένα blog που ψάχνει την επισκεψιμότητα. Είναι ένα προσωπικό σημειωματάριο, ένας τρόπος να ξεφορτώνομαι τους θυμούς μου και να μοιράζομαι τις χαρές μου. Είναι καλύτερο από το να μουρμουρίζω ή να γελάω μόνος μου.
Εδώ όλο και κάποιος ακούει…


Μην ξεχνάτε...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παλιά Θεσσαλονίκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παλιά Θεσσαλονίκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2008

ΤΥΠΟΙ και ΤΟΠΟΙ της Θεσσαλονίκης 1950-1970 Νο 15

15 Νεανική διασκέδαση
Το λεγόμενο «χάσμα των γενεών» εκεί στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60 εκφραζόταν με την ξένη μουσική και τα μακριά μαλλιά. Μακριά, με την έννοια ότι ήταν πολύ μακρύτερα από του μπαμπά και οι φαβορίτες μακριές και φαρδιές. Έτσι ο χαρακτηρισμός «μαλλιάδες» ή «γιεγιέδες» (από το σύνηθες ρεφραίν ξένων τραγουδιών yeah yeah yeah) ακολουθούσε το σύνολο της νεολαίας. Σε μερικά σχολεία η αυστηρότητα ως προς το μήκος των μαλλιών έφτανε και στην υπερβολή και το κόλπο του συνεχούς βρεξίματος ώστε να μειώνεται ο όγκος τους έδινε συχνά τη λύση. Η νεολαία διασκέδαζε αποκλειστικά Σαββατόβραδο αφού τα σχολεία λειτουργούσαν και Σάββατο και βέβαια η "νυχτερινή έξοδος" δεν γινόταν (για λόγους οικονομίας) κάθε εβδομάδα.
Η μουσική και τα τραγούδια ήταν ξένα μέχρι που οι «Ολύμπιανς» ξεπέρασαν τα ταμπού και
λάνσαραν τον ελληνικό στίχο με τέτοια μάλιστα επιτυχία που ακολούθησαν και όλα τα γνωστά συγκροτήματα της εποχής, τα οποία μέχρι τότε τραγουδούσαν ξένα τραγούδια με στίχο όπως αυτά τον καταλάβαιναν κι αν τ’ άκουγε κανένας Άγγλος δεν θα καταλάβαινε τι έλεγαν. Δεν είχε όμως καμιά σημασία μιας και οι θαυμαστές τους ήξεραν τόσα αγγλικά όσα ήξεραν κι εκείνοι.
Κλαμπ της εποχής η πανέμορφη «Χαβάη» στην Αρετσού, εκεί που τώρα είναι το νοσοκομείο του ΙΚΑ, που με τις επί σειρά ετών εμφανίσεις των «Ολύμπιανς» έγινε τόπος προσκυνήματος με απερίγραπτη κοσμοσυρροή απ’ όλα τα σημεία της πόλης. Για πιο ήσυχα πράγματα η «Αργώ» λίγο πιο πέρα με μουσική από δίσκους και σε τρία επίπεδα με θέα τη θάλασσα. Πεντακόσια μέτρα πρίν τη «Χαβάη» το “Water Lilly” που αραιά και πού είχε και ζωντανή μουσική.
Πόλος έλξης έγινε λίγο αργότερα το «Αριγκάτο» στο Καραμπουρνάκι, που καθιέρωσε την «λαϊκή ώρα» με μπουζούκια από τα μεσάνυχτα. Έτσι εκείνη την ώρα παρατηρείτο μια μαζική αποχώρηση των «γιεγιέδων» με ταυτόχρονη εξ ίσου μαζική επέλαση των μπουζουκόβιων. Από το μαγαζί εκείνο ξεκίνησαν ονόματα σαν του Λευτ. Μυτιληναίου του Μανόλη Μητσιά κι αν θυμάμαι καλά και του Δημ. Μητροπάνου. Στην «Ρέμβη» στην Αρετσού πήγαινε κόσμος μεγαλύτερης ηλικίας, ήταν μαγαζί άλλου επιπέδου και μέχρι κάποια χρονιά γινόταν εκεί και η δεξίωση των εγκαινίων της «Έκθεσης». Άλλα ονόματα, “Chez Calkanas” στο υπόγειο του «Φλόκα» το “Picadilly” υπόγειο στην Αριστοτέλους, οι «Κούνιες» στο Πανόραμα και άλλα που δεν μου ‘ρχονται τώρα. Εκτός των «Ολύμπιανς» δημοφιλή συγκροτήματα ήταν «οι Βόρειοι» οι «Απ Τάϊτ» όπως και οι συχνά ερχόμενοι από την Αθήνα “Charms” και “Idols”. Οι «Φόρμινξ» με Βαγγέλη Παπαθανασίου (ναι ναι τον γνωστό) μόνο σε 2 συναυλίες, μία στο ΚΘΒΕ και μια στο Παλαί ντε σπόρ. Αξιομνημόνευτες είναι και οι εμφανίσεις του Rocky Roberts ενός αμερικανού τραγουδιστή και χορευτή που έκανε καριέρα στην Ιταλία τραγουδώντας σόουλ με ιταλικό στίχο (Stasera mi butto κ.α.), όπως επίσης και εκείνες του Τζώνυ Χάλινταίη με τη Συλβί Βαρντάν, συναυλίες σταθμοί για τα χρονικά της εποχής όλες στο Παλαί ντε σπορ.

Το βερμούτ, άσπρο ή κόκκινο, ήταν το συνηθισμένο ποτό στα κλαμπ και τα πάρτι.

Το μεγάλο πρόβλημα στην Σαββατιάτικη έξοδο ήταν η ώρα επιστροφής, αυστηρή για τα κορίτσια, λίγο πιο ελαστική για τα αγόρια. Το τελευταίο λεωφορείο έφευγε από την Αρετσού ακριβώς μεσάνυχτα και το προλαβαίναμε με την ψυχή στο στόμα, συχνά όμως (άντε ακόμα έναν χορό, έλα κι έναν τελευταίο) το χάναμε. Με όσα λεφτά μας έμεναν βάζαμε τα κορίτσια σ’ ένα ταξί ή σε κάποιο "πειρατικό" (ΙΧηδες που έκαναν τον ταξιτζή) για να επιστρέψουν στα σπίτια στην ώρα τους κι εμείς το κόβαμε με τα πόδια 5-6 χιλιόμετρα.
Τα καλοκαίρια είχαμε την ευκαιρία της διασκέδασης στα "Μουσικά πρωινά" που ανέφερα στο άρθρο για τα καραβάκια και τα καλοκαιρινά μπάνια.
Από μαγαζιά με λαϊκό πρόγραμμα δεν αναφέρω τίποτα γιατί δεν υπήρξα θαμώνας, ξέρω όμως μερικά ονόματα «Φαντασία», «Δειλινά», «Μινουί», «Κάσμπα», «Αναμνήσεις», τα περισσότερα τριγύρω στη Νεάπολη.

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2008

ΤΥΠΟΙ και ΤΟΠΟΙ της Θεσσαλονίκης 1950-1970 Νο 14


14 Κινηματογράφοι
Την εποχή που δεν υπήρχε τηλεόραση, η φτηνότερη διασκέδαση ήταν οι κινηματογράφοι. Πιο φτηνή ήταν σε κινηματογράφους Β’ προβολής που έπαιζαν δύο έργα μία – δύο εβδομάδες μετά τους Α’. Στις μεγάλες επιτυχίες και ειδικά στις ελληνικές γινόταν κοσμοσυρροή τέτοια που εδημιουργούντο ουρές με σχοινιά ώστε να τηρείται η τάξη. Το κοινό αδημονούσε και συχνά δεχόταν να βγάλει εισητήριο παρά την ειδοποίηση «μόνον όρθιοι». Οι κεντρικοί κινηματογράφοι που είχαν και τη μεγαλύτερη κίνηση ήταν:

«Τιτάνια» εκεί που είναι τώρα το πολυκατάστημα Φωκά στην Τσιμισκή, τα «Διονύσια», κατεβαίνοντας από την Αγία Σοφία δεξιά πριν την Τσιμισκή με εξωτερική διακόσμηση φαραωνικών αγαλμάτων, τα «Ηλύσια» στη Δημ. Γούναρη και Παύλου Μελά γωνία, τώρα γυναικείο πολυκατάστημα, το κινηματοθέατρο «Παλλας» στην παραλία εκεί που βρίσκεται και σήμερα ομώνυμο κινηματοθέατρο που δεν λειτουργεί όμως, και φυσικά το
«Ολύμπιον» που δεσπόζει ακόμα στην πλατεία Αριστοτέλους. Επίσης ο «Έσπερος» στην Πρίγκηπος Νικολάου (πρώην Πολωνίας και τώρα Αλεξάνδρου Σβώλου) που διέθετε και θερινό κινηματοθέατρο. Στην περιοχή του Φαλήρου το «Πατέ» είναι πιά πολυκατοικία. Κεντρικοί Β’ προβολής ήταν το «Μακεδονικόν» στην περιοχή Ιπποδρομίου, που λειτουργεί ακόμα και τώρα σαν πρώτης προβολής και με ποιοτικές ταινίες, και το «Θερμαϊκόν» που μετά έγινε «Κεντρικόν» και τώρα είναι μουσικό στέκι νεολαίας στην παραλία κοντά στον Λευκό Πύργο. Στην Αγίου Δημητρίου ήταν το «Ιντεάλ». Κάπως πιο έξω στην περιοχή Φαλήρου, ο «Απόλλων» που δίπλα είχε και θερινό χώρο, και ο «Κρόνος» στο Ντεπό που είχε και θερινή οθόνη στην ταράτσα.
Ξεχωριστή μνεία αξίζουν η «Αίγλη» (πρώην Γενή χαμαμ) πίσω από τον Άη Δημήτρη, που αναπαλαιώθηκε και σήμερα είναι χώρος διασκέδασης με το ίδιο όνομα και το «Αλκαζάρ» στην Εγνατία που έκλεισε και τώρα γίνονται εργασίες αναστήλωσης. Η μνεία που τους αξίζει είναι γιατί πρόκειται για μνημεία της - πάνω από πεντακόσια χρόνια - Οθωμανικής περιόδου της πόλης, και γιατί στο «Αλκαζάρ" ιδίως, γινόταν πρωτοφανής κοσμοσυρροή όταν προβάλλοντο τουρκικές ταινίες που μαγνήτιζαν το προσφυγικό στοιχείο και λόγω της γλώσσας που ήταν ακόμα ζωντανή, αλλά και γιατί στις ταινίες είχαν τη δυνατότητα να δούν μερικά από «τα μέρη τους».
Στο «Πάνθεον» (τώρα δεν υπάρχει) και το «Λαϊκόν» στο Βαρδάρη, δύο έργα Β’ προβολής από τις 10 το πρωί.
Στην περιοχή της Ανάληψης, η "Αθηνά" με συρόμενη οροφή που το καλοκαίρι γινόταν θερινή, και σήμερα είναι μπιλιαρδάδικο, και το "Αθήναιον" στη Σχολή Τυφλών που κι αυτό γινόταν θερινό ανοίγοντας την οροφή του και λειτουργεί και σήμερα.
Τα «θερινά τα σινεμά» είχαν τη δόξα τους στην πλατεία Αριστοτέλους. Πέντε(!!!) κινηματογράφοι, τρείς από τη μία πλευρά και δύο απέναντι που όσο και να βασανίζω τη μνήμη μου δεν μπορώ να θυμηθώ παρά μόνο τρείς. Ζέφυρος, Ρίο, Ηλύσια…(όποιος μπορεί να βοηθήσει για τους άλλους δύο, τον ευχαριστώ εκ των προτέρων). Φάληρο και Απόλλων στην περιοχή Φαλήρου, «Κορωνίς» στην της Βασ. Όλγας «Ολύμπια» στην Μαρτίου, «Ναταλί» στη νέα παραλία (όχι εκεί που είναι τώρα) και «Αστόρια» στην παλιά παραλία δίπλα στο σημερινό “garcon” που κανένα τους δεν υπάρχει σήμερα. Ας αναφέρω «τιμής ένεκεν» έναν Καραγκιόζ-μπερντέ που έδινε συχνά παραστάσεις σ’ έναν μικρό υπαίθριο χώρο απέναντι από τον «Έσπερο» στο στενάκι.
Φυσικά κάθε συνοικία είχε τα δικά της κινηματογραφικά στέκια, εγώ αναφέρω αυτά που γνώρισα.

Κυριακή 25 Μαΐου 2008

ΤΥΠΟΙ και ΤΟΠΟΙ της Θεσσαλονίκης 1950-1970 Νο 13

13 Γλυκατζήδικα
ή πώς το αίμα γίνεται σιρόπι...

Ο πιό "επικίνδυνος" δρόμος ήταν η Τσιμισκή, γιατί σου την είχαν στημένη τρία γαλακτοζαχαροπλαστεία, η «Εκάλη», ο «Γκιγκιλίνης» και το «Κεφίρ», που δεν υπάρχουν πια. Λίγο πιό κάτω σε περίμεναν ο «Αγαπητός» για πάστες και τούρτες (η καλύτερη σεράνο) και ο «Τερκενλής»με τα ίδια όπλα. Και οι δυό συνεχίζουν ακάθεκτοι, με περισσότερα καταστήματα σε διάφορα σημεία της πόλης. Αν ανέβαινες την Βενιζέλου δεν ήταν δυνατό να αποφύγεις τη μοιραία συνάντηση. Ο «Χατζής» ήταν εκεί για γλυκά ταψιού, σιροπαστά απίστευτα, καζάν ντιπί και τουλούμπες με καϊμάκι από βουβαλίσιο γάλα (Θεούλη μου), που τώρα εκτός από εκεί βρίσκεται και σε άλλα δύο σημεία της πόλης. Για προφυτερόλ στον «Αβέρωφ» στην Βασ. Γεωργίου. Για εξαίρετη μπουγάτσα και διάφορες πίτες στην «Δωδώνη» (πάει κι αυτή) στην Εγνατία. Αν γεμάτος σερμπέτια έπαιρνες τα βουνά, τα "τρίγωνα Πανοράματος" σου έκλειναν το δρόμο (και τον κλείνουν ακόμα). Σήμερα τα συναντάς σε διάφορα σημεία μέσα στην πόλη. Βεβαίως υπήρχαν και τα κλασσικά ζαχαροπλαστεία (Φλόκα, Φλοκάκι, Διεθνές, κ.α.) περισσότερο όμως τόποι κοινωνικής συνάθροισης, και βεβαίως μιλάμε για εκείνη την εποχή μόνο.


Παρασκευή 23 Μαΐου 2008

ΤΥΠΟΙ και ΤΟΠΟΙ της Θεσσαλονίκης 1950-1970 Νο 12

12 Φημισμένα φαγάδικα
Ο τομέας στον οποίο η Θεσσαλονίκη αποβάλει το ανόητο «συν» και είναι πράγματι πρωτεύουσα, είναι το φαΐ και τα γλυκά. Στον τομέα «φαΐ» δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε,
"τα Κούτσουρα" του Δαλαμάγκα περίφημη ταβέρνα στην οποία έκανε εμφανίσεις και ο Τσιτσάνης και την αναφέρει σ’ ένα τραγούδι του «πάμε πέρα στην Ακρόπολη στη Βάρνα, κι από ‘κεί στα Κούτσουρα του Δαλαμάγκα», βρισκόταν στην Νικηφόρου Φωκά κατεβαίνοντας αριστερά. Λίγο πιο κάτω και δεξιά άλλη εξαιρετική ταβέρνα «ο Βλάχος». Ταβέρνα επιπέδου που κάθε Αθηναίος θεωρούσε ότι έπρεπε να επισκεφθεί, ήταν ο «Κρικέλας» στου Βότση με ζωντανή ποικίλη μουσική και σπεσιαλιτέ κυνήγι. Εστιατόριο πολύ υψηλού επιπέδου χωρίς αντίστοιχα υψηλές τιμές, το «Όλυμπος Νάουσα» στην αρχή της παλιάς παραλίας μετά την πλατεία Ελευθερίας. Τα «σουτζουκάκια στου Ρογκότη», που πήραν το όνομα από την οδό που βρισκόταν τότε, μια κάθετο από την Τσιμισκή προς την πλατεία Ελευθερίας, ήταν ακόμα ένα σημείο αναφοράς κάθε καλοφαγά που επισκεπτόταν την πόλη. Εξαιρετικές ψησταριές η «Κληματαριά» στην Αγίας Σοφίας πριν την Μητρόπολη για γύρο, που αργότερα μετακόμισε και στη συνέχεια χάθηκε, το «Άριστον» στη Διαγώνιο που εξακολουθεί και σήμερα στην Δημητρίου Γούναρη με εκπληκτικό γύρο και σουτζουκάκια αλλά και εξαιρετική μελιτζανοσαλάτα και ρωσική. Πολύ καλή ψησταριά και τα «Πράσινα Φανάρια» κοντά στο αεροδρόμιο για όσους είχαν αυτοκίνητο, με αρνάκι σούβλας κοκορέτσια κλπ. Η «Αλεπού» στην Τσιμισκή, συνήθως για περιποιημένο σάντουϊτς με σουβλάκι ή σουτζουκάκι. Στην παλιά παραλία πολύ καλό ζυθεστιατόριο «ο Στρατής». Στις συνοικίες, φημισμένος για οτιδήποτε έμπαινε στη σούβλα ο «Σαΐτης» στα Κάστρα, και για σπέσιαλ κοτόπουλο σούβλας ο «Κρητικός» στην Τούμπα που σέρβιρε σε λαδόλολλα συνοδεία εξαιρετικής βαρελίσιας ρετσίνας. Στα Κάστρα βρισκόταν και ο "Κουλούρης" ο Παοκτσής με διάφορες σπεσιαλιτέ σ’ ένα μαγαζί γεμάτο με φωτογραφίες του ΠΑΟΚ.
Οι ψαροταβέρνες τόσο πολλές και εξαιρετικές, δεν είναι δυνατό να απαριθμηθούν. Βρισκόταν σε διψήφιο αριθμό στην Κρήνη και 2-3 στην περιοχή Σαλαμίνα στην αρχή της Μπότσαρη. Και βέβαια να κλείσουμε με τα «μπακαλιαράκια» στο λιμάνι και τα λεγόμενα «βρώμικα» στη Μοδιάνο και στα Λαδάδικα επί της Τσιμισκή. Είναι σίγουρο ότι στη Θεσσαλονίκη τα σημεία γαστριμαργικής απόλαυσης είναι αμέτρητα, εδώ αναφέρθηκαν λίγα και χαρακτηριστικά όπως θα γίνει και για τα γλυκατζήδικα που θα ακολουθήσουν.

Σάββατο 17 Μαΐου 2008

ΤΥΠΟΙ και ΤΟΠΟΙ της Θεσσαλονίκης 1950-1970 Νο 11

11 Λούστας
Ζωγράφος που στο ατελιέ – γκαλερί του στην παλιά παραλία έβλεπαν οι περαστικοί τα έργα του στην μεγάλη βιτρίνα. Ζωγράφιζε με την μοντέρνα τεχνοτροπία που είχε έρθει και στην Ελλάδα, και αυτό το καινούργιο και όχι εύκολα κατανοητό, εντυπωσίαζε.
Το ίδιο εντυπωσίαζε και η εμφάνισή του, προσεγμένα ατημέλητη, μπατζάκια λίγο κοντά, γενάκι αλά Θερβάντες, μια συμπαθητική φιγούρα που το παρουσιαστικό της παρέπεμπε σε κάτι μεταξύ Γκρέκο και δον Κιχώτη. Προσηνής και ευχάριστος δεν δίσταζε να απαντήσει και σε ερωτήσεις του είδους «τι δείχνει αυτός ο πίνακας;» που του έκαναν συνήθως μαθητές που περνούσαν έξω από την γκαλερί και τον έβλεπαν.

Παρασκευή 16 Μαΐου 2008

ΤΥΠΟΙ και ΤΟΠΟΙ της Θεσσαλονίκης 1950-1970 Νο 10

10 Χύμα τσιγάρα
Εκεί κάπου κατά την Πέμπτη Γυμνασίου, κάποιοι και λίγο νωρίτερα, άρχιζε το τσιγάρο, όσοι το άρχιζαν. Τα πράγματα βέβαια ήταν αυστηρά στο θέμα αυτό και στο σπίτι και στο σχολείο. Οι καθηγητές έκαναν έφοδο στις τουαλέτες στα διαλείμματα και οι συλλαμβανόμενοι έπαιρναν αποβολή. Ακόμα και έξω αν σ’ έβλεπε καθηγητής να καπνίζεις μπορούσε να σε παραπέμψει στο συμβούλιο των καθηγητών. Η αντικειμενική δυσκολία ήταν ότι δεν μπορούσες να αγοράσεις πακέτο παρ’ όλο που κυκλοφορούσαν και μικρά (10 τσιγάρα), γιατί το χαρτζηλίκι ήταν περιορισμένο, αλλά και πού θα έκρυβες το πακέτο όταν γυρνούσες σπίτι. Το ενδεχόμενο του πακέτου ρεφενέ σκάλωνε στις προτιμήσεις των συμμετεχόντων, και την λύση έδωσαν οι περιπτεράδες, ειδικά όσοι ήταν κοντά σε σχολεία και μερικοί της Τσιμισκή. Πήγαινες στο περίπτερο ζητούσες 2 Καρέλια Δελφοί, ή Άσσο, ή οτιδήποτε. Ο περιπτεράς άνοιγε ένα πακέτο σου έδινε όσα ζητούσες σε τιμή σαφώς μεγαλύτερη έτσι που το κέρδος του ήταν 50% αυξημένο απ’ ότι αν πουλούσε ολόκληρο το πακέτο κανονικά. Μ' αυτόν τον τρόπο ο καθένας είχε τη δυνατότητα για δυό τρία τσιγαράκια και ήταν όλοι ευχαριστημένοι. Στις μεγάλες φτώχειες αναγκαστικά αγόραζαν τα πολύ φτηνά «Τέλειον Καρέλια» ή «Νο 5 Παπαστράτος» (σκέτα "Στούκας"). Άδεια πακέτα σε καλή κατάσταση μαζευόταν και χρησιμοποιούνταν όταν πήγαιναν Σαββατόβραδο για χορό, για να μη βγάζουν τα τσιγάρα χύμα από την τσέπη μπροστά στα κορίτσια, τα οποία τότε σπανιότατα κάπνιζαν…

Πέμπτη 15 Μαΐου 2008

ΤΥΠΟΙ και ΤΟΠΟΙ της Θεσσαλονίκης 1950-1970 Νο 9


9 Μαίρη Σοΐδου,
Απέναντι από τον Λευκό Πύργο, δίπλα στο Βασιλικό θέατρο, λειτουργούσε λαϊκό (με την έννοια του φτηνού, για τον πολύ κόσμο) κέντρο διασκεδάσεως το «ΠΑΡΚ» με θέαμα βαριετέ. Ορχήστρα, τραγουδιστές και «ντιζέζ» (αδιευκρίνιστο γιατί ο άντρας ήταν τραγουδιστής και η γυναίκα ντιζέζ), κανένας ταχυδακτυλουργός, ζογκλέρ ή φακίρης. Μέρος για τον φτωχόκοσμο, που διασκέδαζε παραγγέλοντας «μπισκοτολούκουμο» (λουκούμι πατημένο ανάμεσα σε δυό μπισκότα), «υποβρύχιο» (η βανίλια κουταλιού) ή «μια πορτοκαλάδα με ΔΥΟ καθαρά» (καθαρά εννοούσαν τα ποτήρια). Εκεί ήταν το βασίλειο της Μαίρης Σοΐδου. Ηθοποιός, τραγουδίστρια, παρουσιάστρια, έπαιζε με τον κόσμο, έλεγε αστεία, άνοιγε κουβέντα ακόμα και μ’ αυτούς που ήταν έξω από την περίφραξη και διασκέδαζαν λάθρα. Ιδιαίτερα αγαπητή δεν υπήρχε περίπτωση να μη την χαιρετήσει άνθρωπος στο δρόμο. Ήταν η ΜΑΙΡΗ τους που τους συντρόφευε και με τις ραδιοφωνικές της εκπομπές.

9α Άλκης Στέας
Ο αντίλογος της Θεσσαλονίκης στον Αθηναίο Γιώργο – «φίλοι μου αγαπημένοι» - Οικονομίδη. Κονφερασιέ και παρουσιαστής επιπέδου με πιο σοβαρό στυλ, συνδεδεμένος με το φεστιβάλ ελληνικού τραγουδιού για πολλά χρόνια, κιμπάρης με λεπτό αλά Κλαρκ Γκαίημπλ μουστάκι, μαγεύτηκε από τις επαγγελματικές προοπτικές της Αθήνας και μετακόμισε στήνοντας εκεί μια διαφημιστική εταιρία.

Τρίτη 13 Μαΐου 2008

ΤΥΠΟΙ και ΤΟΠΟΙ της Θεσσαλονίκης 1950-1970 Νο 8

8 Σαλώμη
Ψευδώνυμο ενός ομοφυλόφιλου του οποίου το πραγματικό όνομα δεν ήξερε κανείς. Εξαιρετικά ωραίο παιδί με ανδρικά ρούχα αλλά γυναικείο μακιγιάζ που μάλλον τον ασχήμαινε, δεν δεν προκαλούσε αλλά δεν περνούσε και απαρατήρητος. Δεν πτοήθηκε ποτέ από το ξεφωνητό που έπεφτε όταν περνούσε από στέκια νεολαίας ή γιαπιά οικοδομών, ούτε απάντησε ποτέ. Ο μεγαλύτερος εχθρός του ήταν μια γριά ζαρωμένη και ως εκ τούτου ζηλιάρα αδελφή, η «Στελλίτσα», που τον κακολογούσε και τον καταριότανε όπου βρισκόταν.
για τους "Αθλιους"

Ιαβέρης

8α Λάϊκα
Πόρνη της κακιάς ώρας που εκδιδόταν σε υπαίθριους χώρους στα Λαδάδικα σε απελπισμένους. Ηλικιωμένη και κακάσχημη κυκλοφορούσε με μια τσάντα γεμάτη από τα κέρματα που ήταν τα «μεροκάματα». Το παρατσούκλι «Λάϊκα» της το είχε κολλήσει η πιάτσα από το όνομα της σκυλίτσας που είχαν στείλει οι Ρώσοι στο διάστημα, αλλά στην περίπτωσή της παρέπεμπε στο επάγγελμα. Μια τραυματική εμπειρία είχε (ο Γιάννης Αγιάννης) με την Λάϊκα, όταν αργά ένα βράδυ αυτή περνούσε έξω από το «Πτι Παλαί». Μόλις βρέθηκε δίπλα του κάποιος γαύγισε. Η Λάϊκα το ‘πιασε το υπονοούμενο και γυρνώντας απότομα τού ‘φερε την τσάντα της στο κεφάλι. Ζαλίστηκε, πρέπει να είχε μέσα πολλά μεροκάματα …
Είπα να επέμβω, αλλά το καλοσκέφθηκα και δεν...


για τους "Άθλιους"

Ιαβέρης

Δευτέρα 12 Μαΐου 2008

ΤΥΠΟΙ και ΤΟΠΟΙ της Θεσσαλονίκης 1950-1970 Νο 7

7 Παγκρατίδης ο «Δράκος»
Ο άνθρωπος που έγινε το επίκεντρο μιας μακράς διαρκείας αναστάτωσης της Θεσσαλονίκης. «Δράκος» είχε χαρακτηρισθεί από τον Τύπο ο δράστης σειράς επιθέσεων με σεξουαλικά κίνητρα σε διάφορα μέρη της Θεσσαλονίκης από την Μίκρα μέχρι το Σεΐχ Σού, κάποιες από τις οποίες είχαν τραγικά αποτελέσματα. Η πόλη ήταν ανάστατη, κάθε βράδυ στα αστυνομικά τμήματα προσήγοντο δεκάδες υπόπτων και τελικά προσήχθη και ο Αριστείδης Παγκρατίδης επειδή συνελήφθη να προσπαθεί να μπεί σε κοιτώνα ορφανοτροφείου θηλέων στην Τούμπα. Είχε και βεβαρημένο παρελθόν, δούλευε περιστασιακά, είχε «ύποπτες» παρέες, κάποια (όχι όλα) από τα επιζήσαντα θύματα του «δράκου» τον αναγνώρισαν και ο τότε αστυνομικός διευθυντής Νίκος Μουσχουντής που είχε χαρακτηρίσει την υπόθεση «θέμα τιμής» τον τύλιξε σε μια κόλλα χαρτί και τον παρέπεμψε. Καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε πίσω από τις φυλακές Επταπυργίου με τυφεκισμό. Οι τελευταίες του λέξεις ήταν προς την μάνα του που παρακολουθούσε γονατισμένη, «Μανούλα μου γλυκειά είμαι αθώος». Πολλά γράφτηκαν και περισσότερα συζητήθηκαν αργότερα και διαμορφώθηκε μια γνώμη ότι ο Παγκρατίδης ήταν «θύμα».
Γιάννης Αγιάννης
Υ.Γ. Πάντως οι επιθέσεις σταμάτησαν.
Ιαβέρης

Σάββατο 10 Μαΐου 2008

ΤΥΠΟΙ και ΤΟΠΟΙ της Θεσσαλονίκης 1950-1970 Νο 6

6 Αγγελόπουλος
Μικρό όνομα άγνωστο. Έμενε πίσω από το Πειραματικό σχολείο και στον τοίχο του σπιτιού του έβλεπε κανείς τον Βυζαντινό θυρεό και την φράση «Κατ’ ευθείαν απόγονος των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου». Κυκλοφορούσε με μαύρη μπέρτα και ημίψηλο και πάντα στις προεκλογικές περιόδους έβγαζε πολιτικούς λόγους, συγκεντρώνοντας γύρω του αργόσχολους και χαβαλέδες. Η μεγαλύτερη στιγμή της «καριέρας» του ήταν όταν σε μια προεκλογική περίοδο ο Γιάννης Βελίδης τον έστειλε αεροπορικώς στην Αθήνα και τον γύρισε με την επόμενη πτήση οργανώνοντας υποδοχή στο αεροδρόμιο και στη συνέχεια άφιξη μπροστά στο «Ντορέ» με παϊτόνι. Το αναμένον πλήθος ζητωκραύγαζε ενώ οι κλακαδόροι τον σήκωναν στους ώμους. Αυτός φανερά συγκινημένος αρκέστηκε να πεί «φίλοι μου ο Λαός μίλησε, η μάχη εκρίθη» και ο Βελίδης φοβούμενος μη του πάθει τίποτα τον έστειλε στο σπίτι με ταξί πίσω από το οποίο έτρεχαν για ένα διάστημα κάποιοι νεαροί φωνάζοντας Α-γγε-λόπουλος, Α-γγε-λόπουλος…

Παρασκευή 9 Μαΐου 2008

ΤΥΠΟΙ και ΤΟΠΟΙ της ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 1950-1970 Νο 5

5 Ντορέ το «χάϊ κλας» καφέ
Είναι και τώρα εκεί στην πλατεία Τσιρογιάννη απέναντι από τον Λευκό Πύργο, μόνο που λέγεται «Ζύθος Ντορέ» και δεν είναι πιά καφέ αλλά μπυραρία. Σύχναζαν σχεδόν αποκλειστικά ηλικίες άνω των 35-40 και σέρβιρε καφέ, ούζο με μεζέ, διάφορα ποτά, αναψυκτικά και περιορισμένο αριθμό γλυκισμάτων. Επίσης εκτός από εφημερίδες (που διέθεταν όλα τα κυριλέ καφενεία, τοποθετημένες σε ειδικές καλαμένιες κατασκευές έτσι ώστε όσοι και να τις διάβαζαν δεν τσαλακωνόταν) είχε και 1-2 αργιλέδες. Καθημερινός θαμώνας και φανατικός του αργιλέ ήταν ο μακαρίτης Γιάννης Βελίδης, εκδότης της εφημερίδας «Μακεδονία» μια φυσιογνωμία στυλ Τσαρλς Λώτον, τόσο σοβαρός όσο και χωρατατζής, που μάλιστα είχε και δικό του τραπέζι δίπλα στην είσοδο. Η ήρεμη ατμόσφαιρα αυτού του μαγαζιού ταραζόταν κάθε χρόνο στην περίοδο του φεστιβάλ κινηματογράφου - όταν ακόμα οι προβολές του γινόταν στο Κρατικό θέατρο - κατά τη διάρκεια του οποίου το καφενείο γινόταν ο τόπος συνάντησης όλων των κινηματογραφικών συντελεστών και το πλήθος μαζευόταν απ’ έξω για να δεί τ’ αστέρια του ελληνικού σινεμά.

5α Φλόκα το «χάϊ κλας» καφεζαχαροπλαστείο
Γωνία Τσιμισκή και Αγίας Σοφίας, τώρα είναι κατάστημα γυναικείων ρούχων (Dill). Ήταν το αντίστοιχο του Παπασπύρου και του Ζόναρς της Αθήνας, αλλά πιο μικρό, πιο ατμοσφαιρικό. Μόνιμο στέκι επωνύμων της πόλης, σπανίως έμπαινε κάποιος που δεν ήταν ή δεν αισθανόταν οτι ήταν «κάποιος». Καφέδες και γλυκά επιπέδου με υποδειγματικό σερβίρισμα. Χαρακτηριστικότερος θαμώνας ο αείμνηστος πρωτοποριακός σκηνοθέτης Τάκης Κανελλόπουλος συντροφιά με άλλους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης.

Πέμπτη 8 Μαΐου 2008

ΤΥΠΟΙ και ΤΟΠΟΙ της Θεσσαλονίκης 1950-1970 Νο 4


4 Περαία Μπαξέ Αγία Τριάδα με τα καραβάκια.


Μικροί πηγαίναμε (μας πήγαιναν) τα καλοκαίρια για μπάνιο στις ακτές Περαίας, Μπαξέ Τσιφλίκι (Νέοι Επιβάτες) Αγία Τριάδα. Μπορούσε να πάει κανείς και με το ΚΤΕΛ, αλλά η μεγάλη απόλαυση ήταν με τα καραβάκια και γι αυτό τα προτιμούσε ο κόσμος. Ξεκινούσαν από το τέλος της παραλίας εκεί που είναι η προτομή του ναυάρχου Βότση, και η επιβίβαση γινόταν μετά από παραμονή στην στεγασμένη «ουρά». Ονόματα αξέχαστα, Λευκή, Ποσειδών, Ναυτίλος, Ευδοκία, Θεσσαλονίκη… σιδερένια και ξύλινα, μετασκευασμένα πρώην ψαροκάϊκα, «έπιαναν» στη σκάλα της Περαίας μετά από 45 λεπτά και εκεί κατέβαιναν οι πιο πολλοί για να βρεθούν όσο γίνεται νωρίτερα στη θάλασσα που τα νερά της ήταν πεντακάθαρα όπως της Χαλκιδικής σήμερα. Βάλε 4 μέτρα το ύψος του καραβιού συν 3 μέτρα το βάθος στην άκρη της σκάλας, κι όμως τα κοχυλάκια στον βυθό τα έβλεπες ευκρινέστατα. Τα καραβάκια συνέχιζαν για τους άλλους δύο προορισμούς και μετά ακολουθούσαν το αντίθετο δρομολόγιο. Στα μαγαζιά της ακτής παρήγγειλαν οι μεγάλοι κανένα αναψυκτικό ή μπύρα και για τα παιδιά πατάτες τηγανητές οι οποίες συνόδευαν τα φερμένα από το σπίτι κεφτεδάκια και ντομάτες. Οι μαγαζάτορες ήξεραν την κατάσταση αλλά έκαναν το κορόϊδο, αλλιώς δεν θα πατούσε κανείς. Στην Αγία Τριάδα αργότερα, λειτούργησε για πρώτη φορά οργανωμένη «πλαζ» του ΕΟΤ, με σύγχρονα αποδυτήρια, ντουζιέρες παιγνίδια, μουσική, σελφ σέρβις και ΜΟΥΣΙΚΑ ΠΡΩΙΝΑ με συγκροτήματα της Θεσσαλονίκης, τότε που η κάθε πολυκατοικία είχε και το συγκρότημά της, και μαζευόταν όλη η νεολαία της πόλης.
Μπάνιο μπορούσε να κάνει κανείς οικονομικότερα στο Καραμπουρνάκι (στάση Παπαρούνα) και στην Αρετσού (στάση Απολυμαντήρια) Την περιοχή την έλεγαν έτσι γιατί όταν ερχόταν οι πρόσφυγες δια θαλάσσης τους πήγαιναν εκεί, όπου υπήρχαν εγκαταστάσεις καταγραφής και απολύμανσης. Η θάλασσα δεν ήταν τόσο καλή αλλά ήταν μια φτηνή διέξοδος δροσιάς ειδικά για τους κατοίκους της περιοχής (Καλαμαριά).

Τετάρτη 7 Μαΐου 2008

ΤΥΠΟΙ και ΤΟΠΟΙ της Θεσσαλονίκης 1950-1970 Νο 3


3 Γιάννης Βελλίδης (στο κέντρο της φωτογραφίας)
Εκδότης της εφημερίδας «Μακεδονία». Θεσσαλονικάρχης κατά πολλές έννοιες, με μεγάλη πολιτική επιρροή παρά το ότι η εφημερίδα του ήταν στην ουσία επαρχιακή. Τα κόμματα επιζητούσαν την εύνοιά του και το όνομά του ανακατεύτηκε στις πολιτικές ίντριγκες, ιδιαίτερα της περιόδου 1961-67. Αριστοκράτης και χαμάλης στη συμπεριφορά, μπόν βιβέρ και πατριώτης με ουσιαστική προσφορά στην πόλη, δημιούργησε όπως ήταν φυσικό τόσο φίλους όσο και αντιπάλους. Ήταν ο μόνος που είχε Ρολς Ρόϊς την οποία σπανίως χρησιμοποιούσε, αλλά έλεγε «να μην υπάρχει μια Ρολς στη Θεσσαλονίκη;»

3α Τάκης Κανελλόπουλος
Πρωτοποριακός σκηνοθέτης δύσκολων ταινιών αλλά με εξαιρετικές εικόνες. Εμφανίστηκε με το θαυμάσιο ντοκυμαντέρ «Μακεδονικός γάμος» και γύρισε τρείς ταινίες, «Ουρανός» «Εκδρομή» «Παρένθεση» που για τον μέσο θεατή ήταν περισσότερο μια διαδοχική παράθεση όμορφων εικόνων, παρά ταινία. Πιο κοντά στην «αφηρημένη» τέχνη, δεν έγινε κατανοητός παρά μόνο σε στενούς κύκλους διανοούμενων. Η ανοιξιάτικη φιγούρα του σχεδόν πάντα με άσπρο κοστούμι και άσπρη ρεπούμπλικα σα να περιφέρεται ακόμα ψάχνοντας την Θεσσαλονίκη που ήξερε.

Τρίτη 6 Μαΐου 2008

ΤΥΠΟΙ και ΤΟΠΟΙ της Θεσσαλονίκης 1950-1970 Νο 2


2 Τζωνιός
Ήταν ένας νάνος ακαθόριστης ηλικίας, στιλβωτής υποδημάτων που έστηνε το κασελάκι του χαμηλά στην Εθνικής Αμύνης (τότε Βασιλίσσης Σοφίας) στο παρκάκι. Ευγενέστατος, καθόλου κομπλεξαρισμένος, μιλούσε με τους πελάτες του όση ώρα τα μικρά του χέρια δούλευαν με γρηγοράδα, προσοχή και ακρίβεια χωρίς ποτέ να κάνουν λάθος ακόμα και στα δίχρωμα παπούτσια. Είχε πολλούς και πιστούς πελάτες που τους ήξερε όλους με τ’ όνομά τους.
Κάποιες μανάδες που κατέβαζαν τα παιδιά τους στο παρκάκι τον περιλάμβαναν στα σχετικά επιχειρήματά τους "θα γίνεις σαν τον Τζωνιό αν δεν τρως"

2α Τσέλιος ή ΕΟΚΑς
Γνωστός σε όλη την «εντός των τειχών» Θεσσαλονίκη με το όνομα Τσέλιος χωρίς κανείς να μπορεί να πεί αν έτσι λεγόταν ή αυθαίρετα του το ‘χε δώσει κάποιος. Ήταν ένα παιδί 15-16 χρόνων, βουβό και με εμφανή νοητική υστέρηση. Πρέπει να είχε οικογένεια, γιατί πάντα στο ξεκίνημα της μέρας τα ρούχα του ήταν καθαρά. Γυρνούσε όλη την πόλη συχνά τρέχοντας μ’ ένα πατίνι και φρενάροντας απότομα κάθε φορά που έβλεπε κάτι ενδιαφέρον. Τα καλοκαίρια συνήθως έτρεχε πίσω από τις υδροφόρες του Δήμου που κατάβρεχαν τους δρόμους για να μη σηκώνεται σκόνη. Το δεύτερο όνομα, το πήρε τρέχοντας μαζί με τους διαδηλωτές για το Κυπριακό φωνάζοντας κι αυτός τη μοναδική λέξη που βγήκε ποτέ από το στόμα του έστω και αλλοιωμένη. ΕΟΚΑΑΑΑ! Δεν ενοχλούσε ποτέ και κανέναν, ούτε ζητιάνευε, ήταν αγαπητός και σχεδόν πάντα γελαστός. Έλεγαν ότι κατοικούσε πίσω από τα κάστρα σ’ ένα από εκείνα τα πρόχειρα σπίτια που τα είχαν χτίσει με τρείς τοίχους έχοντας για τέταρτο το βυζαντινό τείχος. Χάθηκε ξαφνικά.

Δευτέρα 5 Μαΐου 2008

ΤΥΠΟΙ και ΤΟΠΟΙ της Θεσσαλονίκης 1950-1970


Σήμερα αρχίζει μια σειρά δημοσιεύσεων σχετικών με χαρακτηριστικούς ανθρώπους και τόπους της Θεσσαλονίκης της περιόδου 1950 - 1970. Άλλοι θα θυμηθούν, άλλοι θα μάθουν.

Πτι Παλαί
Για μια μεγάλη περιοχή του κέντρου της Θεσσαλονίκης, σημάδι ενηλικίωσης ήταν το να συχνάζει κανείς στο Πτι Παλαί. Το νεανικό εκείνο καφενείο στεγαζόταν στο κτίριο που βρισκόταν γωνία λεωφόρου Νίκης (τότε Βασ. Κωνσταντίνου) και στρατηγού Καλάρη. Τώρα έχει γίνει πολυκατοικία και στο ισόγειό της για ένα διάστημα ήταν η Χάρλεϊ Ντάβινσον. Ήταν πολύ ωραίο μαγαζί, μεγάλο και ψηλοτάβανο, με τεράστιες τζαμαρίες ολόγυρα. Είχε τραπέζια για χαρτιά (ξερή, πινάκλ μόνο), τάβλι, και μπιλιάρδα με τρείς μπάλες (Γαλλικό). Είχε και τραπεζάκια έξω για τις καλοκαιρίες, και σέρβιρε καφέ, μπύρες, αναψυκτικά και σάντουϊτς. Το είχε και το λειτουργούσε ένας καλός άνθρωπος που οι θαμώνες τον φώναζαν «θείο». Καθόταν σ’ ένα υπερυψωμένο σημείο του μαγαζιού για να ελέγχει την κίνηση, έκανε τον μαρκαδόρο με τους σερβιτόρους και είχε μπροστά του ένα μικρόφωνο και το τηλέφωνο που χτυπούσε πολύ συχνά γιατί όλοι ήξεραν που θα βρούν τους φίλους τους και τα τηλέφωνα στα σπίτια δεν ήταν εύκολη υπόθεση (έπαιρνε μέχρι και δυό χρόνια για να γίνει η σύνδεση). Αν στο τηλέφωνο ζητούσαν ας πούμε τον Ανδρεάδη ο θείος μέσω του μικροφώνου φώναζε «Ανδρεάδηηηηης» και ήλεγχε αν αντιδρούσε κανείς, αν όχι, έλεγε ένα ξερό «δεν είν’ εδώ». Έκανε τον αυστηρό αλλά ήταν ψυχούλα, δάνειζε κι όλας μικροποσά 5-10 δραχμές αν κάποιος χρειαζόταν ξαφνικά και επειδή ήταν αδαής περί τα αθλητικά και το καφενείο ήταν πολυσυλλεκτικό, συχνά τα ‘χανε και εκνευριζόταν από την καζούρα των νικητών στην οποία γινόταν, χωρίς να το θέλει, συμμέτοχος. Για παράδειγμα κέρδιζε ο ΠΑΟΚ τον Αρη (δε θα μπορούσα να φέρω άλλο παράδειγμα) με 2-0 με γκολ του Αφεντουλίδη και του Χαραλαμπίδη. Πήγαινε ένας Παοκτσής στο περίπτερο τηλεφωνούσε στο Πτι Παλάι κι έλεγε στον θείο, τον κ. Αφεντουλίδη παρακαλώ. Φώναζε ο θείος στο μικρόφωνο «Αφεντουλίδηηηηης» και στο μαγαζί γινόταν της τρελλής. Οι Παοκτσήδες να γελάνε δυνατά (όϊντα και τέτοια), οι Αρειανοί να βρίζουν το Θείο. Μετά από λίγο άλλο τηλεφώνημα, τον κ. Χαραλαμπίδη παρακαλώ. Δεύτερος χαμός. Κι όλα αυτά μέσα στα όρια της πλάκας. Κάθε Κυριακή τα ίδια, και ο θείος δεν έλεγε να καταλάβει.
Ωραίες εποχές, ακόμα και τώρα θα ακούσεις τη φράση «από πού σε ξέρω, από το Πτι Παλαί;»


Πρέπει να αναφέρω επίσης ένα αντίστοιχο καφενείο με θαμώνες κάπως μεγαλύτερης ηλικίας και εξαιρετικούς παίκτες μπιλιάρδου, το "Αστόρια" στην παραλία κι αυτό, γωνία με Αγίας Σοφίας. Σήμερα εκεί στεγάζεται το "garcon". Εκεί είχα δεί να παίζει μπιλιάρδο (εξαιρετικό) τον γνωστό συγγραφέα Αντώνη Σουρούνη πριν πάρει των ομματιών του και φύγει για την Γερμανία.